207/2026 ΜονΠρΑθ: Προσαυξήσεις προϋπηρεσίας ν.4093/2012. Καταβάλλονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα, για μεν τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, για δε τους υπαλλήλους μετά τη συμπλήρωση του 19ου έτους της ηλικίας τους και ισχύουν για την συμπληρωθείσα υπηρεσία την 14.2.2012. Αγωγή υπαλλήλου εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφαλείας για μη καταβολή προσαυξήσεων τριετιών, επιδόματος γάμου, αποζημίωσης μη χορηγηθείσας άδειας και κρατήσεις χωρίς αναφορά του λόγου για τον οποίο γίνονται. Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Σύμφωνα με την παρ.3 ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 11 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ άρθρου 1 του Ν. 4093/2012 προβλέπονται τα εξής: «Μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο Ν. 4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών καθορίζεται ο νόμιμος κατώτατος μισθός υπαλλήλων και το ημερομίσθιο εργατοτεχνιτών ως εξής: (α) Για τους υπάλληλους άνω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 586,08 € και για τους εργατοτεχνίτες άνω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 26,18 €. (β) Για τους υπάλληλους κάτω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 510,95 € και για τους εργατοτεχνίτες κάτω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 22,83 €. (γ) 1) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως έξι τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 18 ετών και άνω. ii) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για μία τριετία προϋπηρεσίας και για προϋπηρεσία 3 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως δύο τριετίες και συνολικά 10% για προϋπηρεσία 6 και άνω ετών. iii) Για τους εγγεγραμμένους ανέργους στα οικεία μητρώα ανέργων, άνω των 25 ετών με διάρκεια συνεχόμενης ανεργίας μεγαλύτερη των 12 μηνών (μακροχρόνια ανεργία ) που προσλαμβάνονται ως υπάλληλοι, ο κατώτατος μισθός της περίπτωσης α’ της παρούσης παραγράφου προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία και συνολικά με 15% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω. δ) Οι ως άνω προσαυξήσεις προϋπηρεσίας καταβάλλονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα, για μεν τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, για δε τους υπαλλήλους μετά τη συμπλήρωση του 19ου έτους της ηλικίας τους και ισχύουν για την συμπληρωθείσα υπηρεσία την 14.2.2012. ε) Πέραν της μηνιαίας τακτικής προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας καμία άλλη προσαύξηση δεν περιλαμβάνεται στο νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο. στ) Έως ότου η ανεργία διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η προσαύξηση του νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για προϋπηρεσία, που συμπληρώνεται μετά την 14.2.2012. ζ) Ατομικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κάθε είδους δεν επιτρέπεται να ορίζουν μηνιαίες τακτικές αποδοχές ή ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης κατώτερο από το νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο. Με το άρθρο 103 του ν. 4172/2013 (Α’ 167), εισήχθη νέο σύστημα ορισμού του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και του νομοθετημένου κατώτατου ημερομισθίου, έπειτα από ευρεία διαβούλευση. Στο εν λόγω άρθρο παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας να εκδώσει απόφαση καθορισμού του, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργικού Συμβουλίου. Η εν λόγω διαδικασία ξεκίνησε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2018 και ολοκληρώθηκε με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 4241/127/30.1.2019 Υ.Α. (Β’ 173), βάσει της οποίας καθορίστηκαν από 1.2.2019 ο νόμιμος κατώτατος μισθός και το νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο, για πλήρη απασχόληση, για τους υπαλλήλους και τους εργατοτεχνίτες όλης της χώρας, χωρίς ηλικιακή διάκριση, ως εξής: α) Για τους υπαλλήλους ο κατώτατος μισθός ορίζεται στα εξακόσια πενήντα € (650,00 Ε). β) Για τους εργατοτεχνίτες το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται στα είκοσι εννέα € και τέσσερα λεπτά (29,04 €). Στη συνέχεια, από 1.1.2022 με την υπ’ αριθμ. 107675/27.12.2021 Υ.Α. (Β ́ 6263) ο κατώτατος μισθός και ημερομίσθιο καθορίστηκαν ως ακολούθως: α) Για τους υπαλλήλους ο κατώτατος μισθός ορίζεται στα εξακόσια εξήντα τρία € (663,00 €). β) Για τους εργατοτεχνίτες το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται στα είκοσι εννέα € και εξήντα δύο λεπτά (29,62 €). Από 1.5.2022 με την υπ’ αριθμ. 38866/21.4.2022 Υ.Α. (Β ́ 2030) ο νόμιμος κατώτατος μισθός και το νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο, έχουν ως εξής: α) Για τους υπαλλήλους ο κατώτατος μισθός ορίζεται στα επτακόσια δεκατρία € (713,00 €). β) Για τους εργατοτεχνίτες το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται στα τριανταένα € και ογδόντα πέντε λεπτά (31,85 €). Από 1.4.2023 με την υπ’ αριθμ. 31936/24.3.2023 Υ.Α. (Β’ 2003) ο κατώτατος μισθός και ημερομίσθιο καθορίστηκαν ως ακολούθως: α) Για τους υπαλλήλους ο κατώτατος μισθός ορίζεται στα επτακόσια ογδόντα € (780,00 €). β) Για τους εργατοτεχνίτες το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται στα τριάντα τέσσερα € και ογδόντα τέσσερα λεπτά (34,84 €). Από 1.4.2024, με την με αριθμ. 25058/29.3.2024 Υ.Α. (Β ́ 1974) ο νόμιμος κατώτατος μισθός και το νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο έχουν ως εξής: α) Για τους υπαλλήλους ο κατώτατος μισθός ορίζεται στα οκτακόσια τριάντα € (830,00 €) β) Για τους εργατοτεχνίτες το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε τριάντα επτά € και επτά λεπτά (37,07 €). Επισημαίνεται επίσης ότι, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 33 του ν.5053/2013 (Α’ 158), σε όσους εργαζόμενους αμείβονται με τον νομοθετημένο μισθό ή ημερομίσθιο, ως χρόνος προϋπηρεσίας αναγνωρίζεται ο χρόνος εξαρτημένης σύμβασης ή σχέσης εργασίας, που έχει διανυθεί σε οποιονδήποτε εργοδότη και σε οποιαδήποτε ειδικότητα πριν από τη 14.2.2012 και μετά από την 1η.1.2024. Η κατά τα ανωτέρω προσαύξηση λόγω προϋπηρεσίας καθορίζεται ως εξής: α) Για τους υπαλλήλους με εξαρτημένη σχέση εργασίας, σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις (3) τριετίες και συνολικά σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) για προϋπηρεσία εννέα (9) ετών και άνω. β) Για τους εργατοτεχνίτες, με εξαρτημένη σχέση εργασίας σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως έξι (6) τριετίες και συνολικά τριάντα τοις εκατό (30%) για προϋπηρεσία δεκαοκτώ (18) ετών και άνω. Τέλος, υπογραμμίζεται ότι κατά την παράγραφο 1/β του άρθρου 103, του ν. 4172/2013, ατομικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κάθε είδους δεν επιτρέπεται να ορίζουν μηνιαίες τακτικές αποδοχές ή ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης, υπολειπόμενες από το νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο ή της αντίστοιχης προκύπτουσας αναλογίας για τις συμβάσεις μερικής απασχόλησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαράγραφο ΙΑ. 11 παρ. 3 περ. στ’ του Ν. 4093/2012, ρητά προβλέπεται ότι ειδικά για τους αμειβόμενους με τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό καταβάλλονται προσαυξήσεις λόγω προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη και σε οποιαδήποτε ειδικότητα. Συγκεκριμένα, προβλέπεται από την ως άνω δημοσίας τάξεως διάταξη ότι: «Οι ως άνω προσαυξήσεις προϋπηρεσίας καταβάλλονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα, για μεν τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, για δε τους υπαλλήλους μετά τη συμπλήρωση του 19ου έτους της ηλικίας τους και ισχύουν για την συμπληρωθείσα υπηρεσία την 14.2.2012». Η πρόβλεψη ότι για τις προσαυξήσεις λόγω προϋπηρεσίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη και σε οποιαδήποτε ειδικότητα επαναλαμβάνεται και στην εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για την εφαρμογή του άρθρου 33 του Ν. 5053/2023, η οποία μεταξύ άλλων ορίζει ότι: «Ειδικότερα, για όσους εργαζόμενους αμείβονται με τον κατώτατο νομοθετημένο μισθό ή ημερομίσθιο, ως χρόνος προϋπηρεσίας αναγνωρίζεται ο χρόνος εξαρτημένης σύμβασης ή σχέσης εργασίας, που έχει διανυθεί σε οποιονδήποτε εργοδότη και σε οποιαδήποτε ειδικότητα πριν από τη 14η.2.2012 και μετά από την 1η.1.2024.».
Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι προσελήφθη από την εναγόμενη την 1.2.2012 με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης και με την ειδικότητα του φύλακα διαθέτοντας άδεια εργασίας προσωπικού ασφαλείας ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών, λαμβάνοντας τις αναφερόμενες αποδοχές στην υπό κρίση αγωγή. Ότι κατά την πρόσληψή του, ο ενάγων γνωστοποίησε άμεσα την τριετή προϋπηρεσία του, χωρίς ωστόσο να του καταβάλει η εναγόμενη την προσαύξηση στις μηνιαίες αποδοχές του, οριζόμενη τούτη σε ποσοστό 10% επί των αποδοχών, ενώ επίσης δεν του κατέβαλε την προσαύξηση αποζημίωση λόγω μη χορηγηθείσας κανονικής αδείας για τα έτη 2018 έως 2023 καθώς και το επίδομα γάμου από το έτος 2017, ενώ από τον Ιούλιο του 2023 και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής του παρακρατεί το ποσό των 52.03€ μηνιαίως χωρίς να του έχει γνωστοποιήσει τον λόγο αυτό της παρακράτησης. Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για τα αναφερόμενα στην αγωγή διαστήματα και για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 25.767,71€ με τον νόμιμο τόκο, από τότε που ήταν καταβλητέες οι μηνιαίες αποδοχές του, άλλως με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας και μέχρι την εξόφληση, για τους λόγους που αναλύονται στο ιστορικό της παρούσας. Τέλος ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και με αυτά τα αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, (άρθρα 14 παρ. 2, 16 παρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614, 621 ΚΠολΔ). Είναι δε επαρκώς ορισμένη, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 914, 932 ΑΚ και 176, 907, 908 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως, και με δεδομένο ότι για το παραδεκτό της συζήτησης προσκομίζεται το έντυπο ενημέρωσης περί διαμεσολάβησης της διαφοράς, η υπό κρίση αγωγή, μη υποκείμενη σε τέλος δικαστικού ενσήμου, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα απόδειξης και ανταπόδειξης, στο ακροατήριο, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα με επίκληση, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, προς άμεση ή έμμεση (διά τεκμηρίων) απόδειξη, οι διάδικοι, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία ναι μεν δε λαμβάνονται υπόψη συμπληρωματικά, πλην όμως, αυτό γίνεται υπό τους όρους πλέον των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, καθώς και τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά (σημειώνεται ότι η μνεία παρακάτω ορισμένων εγγράφων είναι ενδεικτική, αφού ουδενός νόμιμα και με επίκληση προσκομιζομένου εγγράφου η συνεκτίμηση παραλείφθηκε) αποδείχθηκε ότι: ………………. ο ενάγων δικαιούται προσαυξήσεις τριετιών 10% επί του βασικού μισθού τις οποίες η εναγόμενη δεν κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2018 έως 31.10.2022 καίτοι ήταν υποχρεωμένη προς τούτο βάσει των διατάξεων του Ν.4093/2012 αφού είχε συμπληρώσει μέχρι τις 14.2.2012 τρεις (3) τριετίες προϋπηρεσίας, ως εξής :
………………………………………………………………………..
Με βάση τα παραπάνω, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό με το νόμιμο τόκο, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης. Το αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει ομοίως δεκτό, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα προξενήσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα. Τέλος, πρέπει η δικαστική δαπάνη του ενάγοντος, να επιβληθεί σε βάρος της εναγόμενης λόγω της ήττας της, (άρθρο 178 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

