Νομολογία

Νέο κληρονομικό δίκαιο: Κυριότερες αλλαγές του Ν. 5303/2026

Το κληρονομικό δίκαιο αποτελούσε για δεκαετίες έναν από τους πλέον σταθερούς κλάδους του ιδιωτικού δικαίου, καθώς οι βασικές του διατάξεις παρέμεναν ουσιαστικά αμετάβλητες παρά τις σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις. Με την ψήφιση του Ν. 5303/2026, όμως, εισήχθησαν εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις και νέοι θεσμοί, όπως οι κληρονομικές συμβάσεις, με στόχο τον εκσυγχρονισμό του δικαίου της κληρονομικής διαδοχής και την καλύτερη ανταπόκρισή του στις σύγχρονες ανάγκες. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται συνοπτικά οι σημαντικότερες αλλαγές που εισάγει ο Ν. 5303/2026 και όσα πρέπει να γνωρίζουν οι ενδιαφερόμενοι.

  • Κληρονομικές συμβάσεις

Μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες του Ν. 5303/2026 είναι η εισαγωγή των κληρονομικών συμβάσεων, ενός θεσμού που μέχρι σήμερα ήταν γενικά απαγορευμένος από το ελληνικό δίκαιο. Με τη νέα ρύθμιση παρέχεται πλέον η δυνατότητα στους πολίτες να ρυθμίζουν συμβατικά ορισμένα ζητήματα της μελλοντικής τους κληρονομικής διαδοχής, ενισχύοντας τον έγκαιρο προγραμματισμό της διαχείρισης της περιουσίας τους και περιορίζοντας τον κίνδυνο μελλοντικών συγκρούσεων μεταξύ των κληρονόμων. Πρόκειται για μία μεταρρύθμιση που ευθυγραμμίζει το ελληνικό κληρονομικό δίκαιο με τις σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες. Με τις νέες ρυθμίσεις παρέχεται η δυνατότητα σύναψης δεσμευτικών κληρονομικών συμβάσεων, καθώς και συμβάσεων παραίτησης από μελλοντικά κληρονομικά δικαιώματα, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με συμβολαιογραφικό τύπο. Στόχος του νέου πλαισίου είναι η αποτελεσματικότερη οργάνωση της οικογενειακής περιουσίας, η διασφάλιση της συνέχειας οικογενειακών επιχειρήσεων, η αποφυγή μελλοντικών κληρονομικών διαφορών και η μεγαλύτερη ασφάλεια στις συναλλαγές. Παράλληλα, προβλέπονται δικλείδες προστασίας για τους μεριδούχους και συγκεκριμένες προϋποθέσεις ανάκλησης ή αμφισβήτησης των συμβάσεων, ώστε να επιτυγχάνεται ισορροπία μεταξύ της ιδιωτικής αυτονομίας και της προστασίας των δικαιωμάτων των κληρονόμων.

  • Διαθήκες

Αλλαγές επέρχονται στις ιδιόγραφες διαθήκες, οι οποίες δεν καταργούνται αλλά προβλέπονται αυστηρότεροι έλεγχοι ως προς τη γνησιότητα τους, αυτές θα καταχωρίζονται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Διαθηκών και θα είναι πιο εύκολη η αναζήτησή τους.  Παράλληλα, διευρύνεται και το ηλικιακό εύρος των διαθετών καθώς πλέον από τα 16 έτη και μετά θα μπορεί κανείς να συντάξει διαθήκη (άρθρο 1719ΑΚ). Επίσης, απλουστεύεται η διαδικασία για τη δημόσια διαθήκη και μειώνεται ο αριθμός των μαρτύρων που απαιτούνται για τη μυστική διαθήκη.

  • Η ευθύνη του κληρονόμου για τα χρέη της κληρονομίας

Ίσως από τις μεγαλύτερες αλλαγές του νέου νόμου. Το άρθρο 1892 ΑΚ ορίζει ρητά: «Ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, εκτός αν δηλώσει στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας ότι θα τη διαχειρίζεται και θα τη διαθέτει ελεύθερα, ή αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 1895.» Στην ουσία δηλαδή σε αντίθεση με ότι ίσχυε μέχρι πρότινος, ο κανόνας πλέον είναι ότι ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την ατομική του περιουσία εκτός εάν ο ίδιος το δηλώσει. Η ευθύνη του κληρονόμου με την ατομική του περιουσία επανέρχεται, ωστόσο, στις ακόλουθες περιπτώσεις: όταν υποβάλει τη δήλωση ελεύθερης διαχείρισης του άρθρου 1892 ΑΚ, όταν διαθέσει κληρονομιαία αντικείμενα χωρίς την απαιτούμενη δικαστική άδεια, καθώς έως την έκδοση της απόφασης περί δικαστικής εκκαθάρισης απαγορεύεται η ελεύθερη διάθεσή τους (άρθρο 1895 ΑΚ), όταν εξοφλήσει κληροδοσίες ή εκπληρώσει τρόπους πριν από την ικανοποίηση των δανειστών της κληρονομίας, οπότε ευθύνεται με την προσωπική του περιουσία έναντι των δανειστών που παραλείφθηκαν, καθώς και όταν η αξία της κληρονομίας μειωθεί εξαιτίας υπαίτιας διαχείρισής του.

Το προϊσχύον καθεστώς παρουσίαζε ένα σημαντικό πρακτικό μειονέκτημα: ο κληρονόμος που αγνοούσε την ύπαρξη κληρονομικών χρεών ή δεν γνώριζε τις σχετικές νομικές υποχρεώσεις μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπος με προσωπική ευθύνη, αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν είχε υποβάλει εγκαίρως μια τυπική δήλωση. Με τη νέα ρύθμιση, η λογική αυτή αντιστρέφεται. Πλέον, ως κανόνας, ο κληρονόμος προστατεύεται, ενώ η προσωπική του ευθύνη επέρχεται μόνο εφόσον επιλέξει ο ίδιος να εκτεθεί εν γνώσει του στα χρέη της κληρονομίας.

  • Η Νόμιμη Μοίρα: Από Κληρονομική Μερίδα σε Χρηματική Αξίωση

Μία από τις πλέον ουσιαστικές τομές του νέου κληρονομικού δικαίου αφορά στον θεσμό της νόμιμης μοίρας. Μέχρι σήμερα, ο μεριδούχος, δηλαδή ο κατιών, ο γονέας ή ο σύζυγος του κληρονομουμένου, αποκτούσε δικαίωμα επί της κληρονομίας ως κληρονόμος, σε ποσοστό ίσο με το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του. Η ιδιότητα αυτή συνεπαγόταν όχι μόνο δικαιώματα αλλά και όλες τις υποχρεώσεις και τα βάρη που απορρέουν από την κληρονομική διαδοχή.

Με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 1820 ΑΚ, η νόμιμη μοίρα αποσυνδέεται από την ιδιότητα του κληρονόμου και μετατρέπεται σε αυτοτελή χρηματική αξίωση κατά του κληρονόμου. Ο μεριδούχος δεν συμμετέχει πλέον αναγκαστικά στην κληρονομία, αλλά δικαιούται να απαιτήσει ποσό ίσο με το ήμισυ της αξίας της εξ αδιαθέτου μερίδας του. Η αξίωση αυτή γεννάται με τον θάνατο του κληρονομουμένου, είναι κληρονομητή και μεταβιβαστή, ενώ ο δικαιούχος μπορεί να παραιτηθεί από αυτήν με μονομερή δήλωσή του.

Παράλληλα, εισάγεται σημαντική ευελιξία ως προς τον τρόπο ικανοποίησης της νόμιμης μοίρας. Το δικαστήριο μπορεί, αντί της καταβολής χρηματικού ποσού, να διατάξει την αυτούσια απόδοση συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου ή ποσοστού της κληρονομίας που αντιστοιχεί στην αξία της νόμιμης μοίρας. Η δυνατότητα αυτή μπορεί να εκτείνεται ακόμη και σε στοιχεία της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου, όταν αυτός ευθύνεται με αυτήν.

Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει και για την περίπτωση κατά την οποία ο μεριδούχος είναι ταυτόχρονα κληρονόμος, αλλά η κληρονομική του μερίδα επιβαρύνεται με καταπίστευμα, κληροδοσία, εκτελεστή διαθήκης ή τρόπο. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία και να διεκδικήσει τη νόμιμη μοίρα ως καθαρή χρηματική αξίωση, με την προθεσμία αποποίησης να αρχίζει από τη στιγμή που έλαβε γνώση του σχετικού βάρους.

Εξίσου σημαντικές είναι οι αλλαγές στον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας. Ο χρονικός ορίζοντας αναγωγής των δωρεών περιορίζεται από δέκα σε πέντε έτη πριν από τον θάνατο του κληρονομουμένου, ενώ στη βάση υπολογισμού περιλαμβάνονται πλέον ρητά και οι γονικές παροχές, ενισχύοντας την ασφάλεια δικαίου και περιορίζοντας ερμηνευτικές αμφισβητήσεις.

Τέλος, καταργείται ο μηχανισμός της «μέμψης άστοργης δωρεάς», ο οποίος οδηγούσε στην ανατροπή της δωρεάς. Αντ’ αυτού, ο μεριδούχος αποκτά ενοχική αξίωση κατά του λήπτη της δωρεάς για την κάλυψη του ελλείμματος της νόμιμης μοίρας. Ο λήπτης δεν υποχρεούται να επιστρέψει το ίδιο το αντικείμενο της δωρεάς, αλλά ευθύνεται μέχρι την αξία του για την καταβολή του αναγκαίου ποσού, ενώ η σχετική αξίωση παραγράφεται τρία έτη μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου.

  • Ο Επιζών Σύζυγος

Σημαντικές μεταβολές επέρχονται και στη θέση του επιζώντος συζύγου στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, με τον νέο νόμο να επιχειρεί μια διαφορετική ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων του συζύγου και των λοιπών κληρονόμων. Η μεταρρύθμιση συνδυάζει την αναπροσαρμογή της εξ αδιαθέτου μερίδας σε ορισμένες περιπτώσεις με την εισαγωγή νέων δικαιωμάτων που αποσκοπούν στην ουσιαστικότερη προστασία του.

Ειδικότερα, όταν ο επιζών σύζυγος συντρέχει με κατιόντες, η εξ αδιαθέτου μερίδα του διαφοροποιείται ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων. Έτσι, εάν υπάρχει ένα μόνο τέκνο, ο σύζυγος δικαιούται πλέον το ένα τρίτο (1/3) της κληρονομίας, ενώ όταν υπάρχουν δύο ή περισσότερα τέκνα, εξακολουθεί να λαμβάνει το ένα τέταρτο (1/4). Αντίθετα, όταν συντρέχει με συγγενείς της δεύτερης τάξης, διατηρείται η ισχύουσα ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία ο σύζυγος λαμβάνει το ήμισυ (1/2) της κληρονομίας.

Παράλληλα, εισάγονται δύο νέα δικαιώματα υπέρ του επιζώντος συζύγου. Πρώτον, κατοχυρώνεται το δικαίωμα αποκλειστικής και χωρίς αντάλλαγμα χρήσης της οικογενειακής κατοικίας για χρονικό διάστημα ενός έτους από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον το ακίνητο περιλαμβάνεται στην κληρονομία και αποτελούσε την κύρια οικογενειακή στέγη. Δεύτερον, παρέχεται η δυνατότητα επιλογής επικαρπίας αντί της κληρονομικής μερίδας. Ειδικότερα, ο επιζών σύζυγος μπορεί, μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας, να ζητήσει την παραχώρηση επικαρπίας επί αντικειμένων της κληρονομίας. Η επικαρπία αυτή είναι προσωποπαγής, αποσβήνεται με τον θάνατο του δικαιούχου και δεν μεταβιβάζεται.

Τέλος, διευρύνονται οι περιπτώσεις στις οποίες αποκλείεται το κληρονομικό δικαίωμα του επιζώντος συζύγου. Πέρα από την εκκρεμοδικία αγωγής διαζυγίου, ο αποκλεισμός επεκτείνεται πλέον και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει ήδη κινηθεί οποιαδήποτε διαδικασία λύσης του γάμου, όπως όταν έχει καταρτισθεί συμφωνία συναινετικού διαζυγίου ή έχει υποβληθεί κοινή ψηφιακή δήλωση για την έκδοσή του. Με τον τρόπο αυτό, ο νέος νόμος συνδέει το κληρονομικό δικαίωμα με την ουσιαστική διατήρηση της συζυγικής σχέσης κατά τον χρόνο του θανάτου.

  • Ο Σύντροφος σε Ελεύθερη Ένωση: Πρώτη Έστω Μικρή Αναγνώριση

Μία από τις καινοτομίες της μεταρρύθμισης του κληρονομικού δικαίου είναι το γεγονός ότι με το νέο άρθρο 1817 ΑΚ, ο νομοθέτης παρέχει συγκεκριμένη προστασία στον επιζώντα σύντροφο, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται σταθερή και ουσιαστική συμβίωση με τον κληρονομούμενο.

Ειδικότερα, τα σχετικά δικαιώματα αναγνωρίζονται όταν οι σύντροφοι είχαν συμβιώσει μόνιμα για τουλάχιστον τρία έτη πριν από τον θάνατο ή όταν είχαν αποκτήσει κοινά τέκνα. Στις περιπτώσεις αυτές, ο επιζών σύντροφος δικαιούται το εξαίρετο, δηλαδή τα έπιπλα, τα οικιακά σκεύη και τα λοιπά αντικείμενα που εξυπηρετούσαν τις καθημερινές ανάγκες του κοινού νοικοκυριού, εφόσον δεν υπάρχει επιζών σύζυγος με αντίστοιχο δικαίωμα.

Παράλληλα, προβλέπεται δικαίωμα χρήσης της οικογενειακής κατοικίας για χρονικό διάστημα ενός έτους από τον θάνατο του κληρονομουμένου, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν και για τον επιζώντα σύζυγο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόβλεψη για την περίπτωση έλλειψης συγγενών. Εφόσον δεν υπάρχει επιζών σύζυγος ούτε οποιοσδήποτε εξ αδιαθέτου συγγενής του κληρονομουμένου, ο επιζών σύντροφος μπορεί να καταστεί μοναδικός κληρονόμος της κληρονομίας. Η ιδιότητα αυτή, ωστόσο, δεν αποκτάται αυτομάτως, αλλά προϋποθέτει την έκδοση δικαστικής απόφασης που βεβαιώνει τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων.

Η σχετική αίτηση υποβάλλεται στο δικαστήριο της κληρονομίας μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται για την αποποίηση της κληρονομίας, ενώ στη διαδικασία καλείται υποχρεωτικά και το Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι, ελλείψει κληρονόμων, αυτό θα καθίστατο εξ αδιαθέτου διάδοχος.

Για περαιτέρω νομική υποστήριξη σε ζητήματα κληρονομικού δικαίου, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας μέσω της φόρμας επικοινωνίας στην ιστοσελίδα μας ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις διευθύνσεις alexanmanou@gmail.com, christinatzoumani@gmail.com

*Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, απαγορεύεται η παροχή νομικών συμβουλών χωρίς την καταβολή της προβλεπόμενης αμοιβής (άρθρο 57 Ν. 4194/2013).*